Δημοψήφισμα στα Σκόπια: Η επόμενη ημέρα

Άρθρο στην εφημερίδα «Εμπρός»​
Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στα Σκόπια, το οποίο για πολλούς ήταν έκπληξη, απέδειξε, κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβητήσεως, μία μεγάλη αλήθεια. Στην σημερινή εποχή, κατά την οποία η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών ηγεσιών των χωρών είναι προσηλωμένη στην εξυπηρέτηση των σκοπών της παγκοσμιοποιήσεως παραβλέποντας την υποστήριξη και ικανοποίηση των εθνικών συμφερόντων, οι λαοί, όταν τους δίνεται η δυνατότητα να εκφράσουν την θέλησή τους, μέσω δημοψηφισμάτων, δηλώνουν απερίφραστα ότι θα είναι αυτοί εκείνοι που θα καθορίσουν την περαιτέρω πορεία των εθνών στην οδό της ιστορική τους διαδρομής.​
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την μία πλευρά είναι ο ελληνικός λαός. Υπερήφανος, γνώστης της φυλετικής, ιστορικής και πολιτισμικής του καταγωγής, άρα δυσκατάβλητος, πάντοτε όμως ευκολόπιστος και πάντα προδομένος κατά τον ποιητή. Δεν αντέδρασε δυναμικά, προς παγκόσμια κατάπληξη, όταν οι μνημονιακές κυβερνήσεις του έκλεβαν τα χρήματα, τις οικονομίες, τα χωράφια, όταν εξαθλίωναν τη ζωή του και κατέστρεφαν το μέλλον των παιδιών του. Όταν όμως τα πολιτικά ανδρείκελα που τον κυβερνούν τόλμησαν να ξεπουλήσουν την Ιστορία του, σύσσωμος άφησε να ξεχειλίσει στους δρόμους το «φουρτουνιασμένο πέλαγο της ψυχής του», και με τα μεγαλειώδη συλλαλητήριά του διετράνωσε ότι δεν αποδέχεται την σύνθετη ονομασία με τον όρο «Μακεδονία» για το γειτονικό κράτος, διότι η Μακεδονία ήταν, είναι και θα παραμείνει ελληνική. Προς το παρόν παρακολουθεί τα διαδραματιζόμενα και «καιρόν προσμένει» (διάβαζε εκλογές), ώστε να ξεπλύνει το άγος των Πρεσπών.​
Από την άλλη πλευρά ο λαός των Σκοπίων. Ζώντας στο πολυεθνικό και πολυφυλετικό αυτό κράτος, οι άνω της ηλικίας των 70 ετών κάτοικοί του, επειδή γνωρίζουν σαφώς περί της σλαβικής, βουλγαρικής κυρίως, καταγωγής τους, δεν έλαβαν μέρος στο δημοψήφισμα, μη αποδεχόμενοι ότι είναι «Μακεδόνες». Οι νεότερες γενεές, οι οποίες, εξ απαλών ονύχων, έχουν γαλουχηθεί με το ψεύδος ότι είναι «Μακεδόνες», είναι λογικό να μη δέχονται ως όνομα της χώρας τους το «Βόρειος Μακεδονία», έστω και αν αυτό αποτελεί απλά γεωγραφικό προσδιορισμό. Συνεπώς, δεν αποτελεί έκπληξη το ότι δεν έλαβαν μέρος στο δημοψήφισμα. Όμως, ακόμη και όσοι έλαβαν μέρος και ψήφισαν «ΝΑΙ» το έκαναν από υπολογισμό. Επιθυμούν, να κερδίσουν διαχρονικά, εκμεταλλευόμενοι την έντονη επιθυμία των ΗΠΑ και ΕΕ, να ενταχθεί η χώρα τους στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ ως «Βόρειος Μακεδονία», ελπίζοντας ότι στο μέλλον, ο όρος «Βόρειος», με κάποιο τρόπο, θα απαλειφθεί.​
Βλέπουμε λοιπόν ότι τόσο οι νόμιμοι κάτοχοι του ονόματος της Μακεδονίας, όσο και οι σφετεριστές υποστηρίζουν με πολύ υψηλά ποσοστά τις θέσεις τους και αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολες και ευαίσθητες τις κινήσεις των κυβερνήσεων των δύο χωρών στην αντιμετώπιση του προβλήματος.​
Είναι άκυρο το δημοψήφισμα των Σκοπίων;​
Το άρθρο 73 του Συντάγματος των Σκοπίων, το οποίο αναφέρεται στα δημοψηφίσματα καθορίζει σαφώς πως για να είναι έγκυρο ένα δημοψήφισμα, πρέπει να συμμετάσχει σ΄ αυτό ποσοστό άνω του 50% των εχόντων δικαίωμα να ψηφίσουν πολιτών. Επισημαίνει επίσης ότι στην περίπτωση αυτή, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι δεσμευτικό. Συνεπώς, εφόσον στο δημοψήφισμα της 30ης Σεπτεμβρίου 2018 ψήφισε μόνο το 36% των πολιτών της χώρας, το δημοψήφισμα είναι άκυρο. Αυτό ακριβώς επεσήμανε με ανακοίνωσή του και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως VMRO-DPMNE, το οποίο, επιπλέον, εξέφρασε και την υπόνοια ότι περισσότερα από 50.000 ψηφοδέλτια ήταν πλαστογραφημένα και ζήτησε εισαγγελική παρέμβαση.​
Αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα είχαν κατά νουν όλοι οι επίσημοι του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, όταν για να αποφύγουν την ακυρότητα του δημοψηφίσματος, παρήλαυναν προεκλογικά στα Σκόπια, ώστε να πείσουν τους πολίτες να συμμετάσχουν μαζικά σ΄ αυτό. Προφανώς δεν βρέθηκαν στα Σκόπια για να κάνουν φθινοπωρινό τουρισμό. Για τον ίδιο άλλωστε λόγο, ο πρωθυπουργός των Σκοπίων Ζάεφ προσπαθεί εναγωνίως να συγκεντρώσει τον αριθμό των 80 βουλευτών (2/3 του συνόλου της Βουλής), ώστε να αποφύγει τις πρόωρες εκλογές και να αναθεωρήσει το Σύνταγμα της χώρας, για να απαλείψει προφανώς το άρθρο 73.​
Παράλληλα, τόσο ο ίδιος, όσο και οι ημέτεροι μειοδότες στην Αθήνα, ισχυρίζονται ότι το δημοψήφισμα είχε συμβουλευτικό και όχι δεσμευτικό χαρακτήρα. Προφανώς, ο παραπάνω ισχυρισμός προσβάλει ευθέως τη νοημοσύνη μας πέραν των άλλων και για το ότι, εάν το δημοψήφισμα ήταν συμβουλευτικό, δεν υπήρχε λόγος να συναρτηθεί με αυτό η Συμφωνία των Πρεσπών.​
Το άκυρο λοιπόν δημοψήφισμα απονομιμοποιεί, πολιτικά, πλήρως την Συμφωνία των Πρεσπών και παρέχει τη δυνατότητα τόσο στην Ελλάδα, όσο και στον Πρόεδρο των Σκοπίων Ιβανώφ να αρνηθεί να την υπογράψουν ακόμη και αν, ενδεχομένως, ψηφισθεί αυτή από τη Βουλή των Σκοπίων.​
Αξίζει, επίσης να τονισθεί και η διπλωματική παρέμβαση της Ρωσίας, το ΥΠΕΞ της οποίας υπενθύμισε ότι η διαμεσολαβητική αποστολή του Νίμιτς για το θέμα του ονόματος, είναι απόρροια της εντολής που του έχει δοθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και, συνεπώς, το αποτέλεσμά της πρέπει να τύχει της εγκρίσεως του Συμβουλίου Ασφαλείας, άρα και της Ρωσίας. Επομένως, πιθανή προσπάθεια εντάξεως των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ υπό τις παρούσες συνθήκες, ενδέχεται να ενεργοποιήσει την χρησιμοποίηση του δικαιώματος αρνησικυρίας(VETO) της Ρωσίας.​
Εξελίξεις στα Σκόπια​
Μετά το δημοψήφισμα τα Σκόπια βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα, με τον Ζάεφ να τρέχει πίσω από τις εξελίξεις. Μπορεί να έχει την υποστήριξη των δυτικών παραγόντων που τον στηρίζουν απροκάλυπτα και τον πιέζουν να αγνοήσει την αποχή στο δημοψήφισμα και να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις για την άρον-άρον ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου εύκολα γι’ αυτόν. Ακόμη και αν εξασφαλίσει τους απαιτουμένους 80 βουλευτές, ώστε να αποφύγει τις εκλογές, δέχεται πλέον ισχυρές πιέσεις, κυρίως από το VMRO να αποκηρύξει την Συμφωνία των Πρεσπών και να προκηρύξει πρόωρες εκλογές.​
Δεν σημείωσε την εύκολη νίκη όπως είχε υποσχεθεί στους Δυτικούς πάτρωνές του και τώρα αντιμετωπίζει πρόβλημα αποσταθεροποίησεως της χώρας. Η απροκάλυπτη παρέμβασή τους στο δημοψήφισμα σε συνδυασμό με την σύγκρουση με την Ρωσία, προκάλεσε, όπως αποδείχθηκε την αντίδραση του σλαβικού στοιχείου. Αλλά και οι Αλβανοί έδειξαν με την αποχή τους ότι δεν επιθυμούν την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Περισσότερο φαίνεται τους ελκύει η ιδέα της δημιουργίας της Μεγάλης Αλβανίας με την ενσωμάτωση σ’ αυτή της περιοχής του Τετόβου και εκείνων που θα προκύψουν από την διαγραφομένη ανταλλαγή εδαφών μεταξύ Σερβίας και Κοσσυφοπεδίου στο πλαίσιο των συζητήσεων για την αναγνώριση της χώρας από την Σερβία. Άλλωστε, εφόσον η Συμφωνία των Πρεσπών είναι ουσιαστικά «νεκρή», δεν έχει νόημα γι’ αυτούς να παραμένουν σε ένα κράτος που δεν έχει προοπτική. Αυτή φυσικά η εξέλιξη θα θέσει τις βάσεις για την διάλυση, ουσιαστικά, του κράτους των Σκοπίων.​
Εξελίξεις στην Ελλάδα​
Λόγω της εμμονικής, δουλόφρονος και προδοτικής φιλοσοφίας από την οποία διακατέχεται, η ελληνική κυβέρνηση δεν στάθηκε ούτε τώρα στο ύψος των περιστάσεων και δεν αξιοποίησε το αναπάντεχο «δώρο», που μας έκαναν οι Σκοπιανοί. Εφόσον δεν τηρήθηκαν οι δύο όροι που προβλέπονται από την Συμφωνία των Πρεσπών (έγκυρο και επιτυχές δημοψήφισμα, τροποποίηση του Συντάγματος των Σκοπίων), για να δώσει η Ελλάδα την έγκρισή της για την έναρξη της διαδικασίας εντάξεως τηςχώρας στο ΝΑΤΟ, η κυβέρνηση όφειλε να προσβάλει την Συμφωνία και να διαπραγματευθεί το θέμα της ονομασίας εξ αρχής και επί νέας βάσεως.​
Δυστυχώς, απενεργοποίησε αυτό το πολιτικό όπλο και, το χειρότερο, συμφώνησε να αρχίσουν την 18η Οκτωβρίου στην έδρα του ΝΑΤΟ, στις Βρυξέλλες, οι συνομιλίες εντάξεως των Σκοπίων. Βεβαίως οι παραπάνω ελιγμοί, είναι δυνατόν να γίνουν από μία άλλη κυβέρνηση που θα ενδιαφέρεται να υπερασπισθεί τα συμφέροντα του έθνους. Δυστυχώς, με την απαράδεκτη αντίδραση της σημερινής κυβερνήσεως, όχι μόνο δεν αποκαθίσταται μερικώς η βλάβη που έχει προκύψει για τα συμφέροντα του έθνους από την Συμφωνία των Πρεσπών αλλά, δίνεται η ευκαιρία στα Σκόπια, να κατηγορήσουν και στο μέλλον την Ελλάδα ότι ευθύνεται για την καθυστέρηση της πορείας τους προς το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.​
Επίλογος​
Ασχέτως των μελλοντικών εξελίξεων, η Συμφωνία των Πρεσπών έχει παράξει αποτελέσματα. Αυτά είναι η αναγνώριση εθνικής «Μακεδονικής» ταυτότητος και γλώσσας στους Σκοπιανούς. Η εθνική επομένως κυβέρνηση, η οποία απαλλαγμένη από φοβικά σύνδρομα, θα κληθεί να χειρισθεί το θέμα θα πρέπει να κινηθεί επί των εξής αξόνων:​
Α. Επισήμανση προς κάθε κατεύθυνση πως η αποτυχία του δημοψηφίσματος στα Σκόπια οφείλεται στην εμμονή τους να οικειοποιούνται το όνομα της Μακεδονίας.​
Β. Καταγγελία της Συμφωνίας των Πρεσπών και έναρξη συνομιλιών για σύναψη νέας συμφωνίας.​
Γ. Επικύρωση της νέας συμφωνίας κατόπιν δημοψηφίσματος.​
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προσπάθεια θα είναι δύσκολη και επίπονη. Επιβάλλεται όμως να την κάνουμε ατενίζοντας με δέος «τους κριτές που θα μας δικάσουν, δηλαδή, τους αγέννητους και τους νεκρούς».​

Γεώργιος Επιτήδειος​
Αντιστράτηγος ε.α, Ευρωβουλευτής Λαϊκού Συνδέσμου Χρυσή Αυγή​