Οι εκλογές στη Γερμανία – Επιπτώσεις σε ΕΕ και Ελλάδα

Τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών απέδειξαν, για μια ακόμη φορά, ότι οι πολίτες των χωρών της ΕΕ ανθίστανται σθεναρά στην προσπάθεια επιβολής της παγκοσμιοποιήσεως.
Μετά τις συνεχείς ανόδους της δυνάμεως των εθνικιστικών κομμάτων στις εκλογές της Αυστρίας, της Ολλανδίας, της Γαλλίας και την έξοδο της Μ. Βρετανίας από την ΕΕ (ΒREXIT), η είσοδος του κόμματος ‘’Εναλλακτική για την Γερμανία’’ (ΑFD) στην Βουλή, επιβεβαίωσε αυτή την πραγματικότητα. Παρά το γεγονός ότι ο ηγετικός κύκλος της ΕΕ εμφανίζεται ως έκπληκτος και αποσβολωμένος από το αποτέλεσμα, στην πραγματικότητα ανέμενε αυτή την εξέλιξη και δεν αιφνιδιάσθηκε.

Κάποιοι πολιτικοί αναλυτές μάλιστα ισχυρίζονται πως στις Βρυξέλλες υπάρχει σχετική ανακούφιση καθώς πίστευαν ότι το ποσοστό της AFD θα ήταν της τάξεως του 15%, ίσως και μεγαλύτερο. Ο λόγος της προαναφερθείσας στάσεως των Βρυξελλών είναι πως έχουν αντιληφθεί την απαξίωση των συστημικών κομμάτων σε όλες τις χώρες της Ευρώπης δεδομένου ότι αυτά έχουν πάψει να εκπροσωπούν τις επιδιώξεις των λαών και δεν ενδιαφέρονται να υπηρετήσουν τα εθνικά συμφέροντα των χωρών τους, ούτε αγωνίζονται για να επιλύσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι συμπατριώτες τους, αλλά υπηρετούν τα συμφέροντα μιας πανευρωπαϊκής πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ολιγαρχίας που έχει οικειοθελώς αποκοπεί από την πραγματικότητα και ενεργεί ως όχημα για την υλοποίηση των σκοπών της παγκοσμιοποιήσεως.

Επιπλέον, είναι βέβαιοι για το αποτέλεσμα τόσο των εκλογών του επομένου μηνός στην Τσεχία όπου προηγείται το Ευρωσκεπτικιστικό κόμμα ΑΝΟ του Αντρέι Μπάμπις,  των εκλογών του 2018 στην Ιταλία όπου επικρατεί μεγάλος Ευρωσκεπτικισμός, αλλά και των εκλογών στην καθημαγμένη από τα μνημόνια Ελλάδα. Ο πραγματικός όμως εφιάλτης τους είναι οι Ευρωεκλογές του 2019, το σύστημα διεξαγωγής των οποίων επιδιώκουν λυσσαλέα μεν, ανεπιτυχώς δε, να αλλάξουν με σκοπό να διασωθούν. Διαβλέπουν πλήρη καταποντισμό των παραδοσιακά μεγάλων ευρωπαϊκών κομμάτων και δραματική μεταβολή του πολιτικού χάρτη σε όλες της χώρες της Ευρώπης.

Η παρουσία της AFD στο γερμανικό κοινοβούλιο ως τρίτου σε δύναμη κόμματος έχει ήδη προκαλέσει αναστάτωση στο πολιτικό κατεστημένο της χώρας και αναμένεται να υπάρξουν σημαντικές επιπτώσεις σε εθνικό αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατ’ αρχάς έχει αποτραπεί το ενδεχόμενο σχηματισμού ισχυρής κυβερνητικής πλειοψηφίας, με την συνεργασία Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και Σοσιαλιστών (SPD), όπως συνέβαινε μέχρι τώρα διότι, στην περίπτωση αυτή, η ‘’Εναλλακτική για την Γερμανία’’ (AFD) θα γινόταν Αξιωματική Αντιπολίτευση, εξέλιξη που κανένα από τα κόμματα δεν επιθυμεί. Συνεπώς, η καγκελάριος Μέρκελ θα αναγκασθεί να σχηματίσει κυβέρνηση με τα κόμματα των Ελευθέρων Δημοκρατών (FDP) και των Πρασίνων. Η συγκυβέρνηση όμως αυτή αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες διότι τα δύο μικρότερα κόμματα έχουν κάποιες σταθερές απαιτήσεις από τις οποίες δεν επιθυμούν να υποχωρήσουν. Οι Πράσινοι απορρίπτουν την θέση των Χριστιανοδημοκρατών να τεθεί οροφή στον αριθμό των μεταναστών και προσφύγων που μπορεί να δεχθεί η Γερμανία. Οι Φιλελεύθεροι από την πλευρά τους, οι οποίοι εμφανίζονται ως κόμμα της επιχειρηματικότητος, του βιομηχανικού κατεστημένου και των ανθρώπων της αγοράς, έχουν διαφορές με τους Πράσινους σε θέματα μεταναστευτικής και ενεργειακής πολιτικής και με την Μέρκελ στο θέμα της διευρύνσεως της Ευρωζώνης και αυτόματης μεταφοράς κεφαλαίων στην Ευρώπη. Επίσης είναι αντίθετοι στην δημιουργία θέσεως  κοινού Υπουργού Οικονομικών της ΕΕ.

Η Μέρκελ έχει αντιληφθεί πως η επιτυχία της ‘’Εναλλακτικής για την Γερμανία’’ δεν αποτελεί μία απλή μορφή αντιδράσεως ή διαμαρτυρίας αλλά ένα πολύ βαθύτερο φαινόμενο λογικής συμπεριφοράς ανθρώπων οι οποίοι πλήττονται από την έλλειψη ασφάλειας, οικονομικής ανέσεως και κοινωνικής δικαιοσύνης και προσπάθησαν, με την ψήφο τους, να αλλάξουν τις συνθήκες που επικρατούν στην χώρα τους. Θέλει λοιπόν να προσεταιρισθεί αυτούς τους ψηφοφόρους και, για τον λόγο αυτόν, θα ακολουθήσει μία πολιτική με την οποία θα προσπαθήσει να καθησυχάσει τους φόβους τους. Επομένως, δεν έχει άλλη επιλογή από το να ακροβατήσει πολιτικά σε τεντωμένο σχοινί, χωρίς προστατευτικό δίκτυ.

Στα οικονομικά θέματα θα πρέπει να συνεργασθεί με τον Μακρόν ο οποίος επιθυμεί την διεύρυνση και γενικά την αναμόρφωση της Ευρωζώνης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρακάμψει τις αντιδράσεις των Πρασίνων που δεν συμφωνούν με τα σχέδια της Γαλλίας για θεσμικές αλλαγές, αλλά και των Φιλελευθέρων οι οποίοι υποστηρίζουν την κυριαρχία της Γερμανίας επί της Ευρωζώνης. Παράλληλα θα είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει και την σκληρή αντιπολίτευση της AFD η οποία υποστηρίζει σθεναρά την έξοδο της Γερμανίας από το ευρώ, και τις αντιδράσεις που θα υπάρξουν από πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες δεν δέχονται την μετατροπή τους σε πολιτική και οικονομική ‘’αποικία’’ της Γερμανίας.

Τις μεγαλύτερες όμως δυσκολίες θα αντιμετωπίσει στον χειρισμό των θεμάτων που μείωσαν τα ποσοστά του κόμματός της και συντέλεσαν στην άνοδο της ‘’Εναλλακτικής για την Γερμανία’’. Υποχρεούται να αναθεωρήσει την μεταναστευτική της πολιτική και να περιορίσει δραστικά την είσοδο νομίμων και παρανόμων μεταναστών που αύξησαν τους φόβους του μέσου Γερμανού για ισλαμοποίηση της χώρας του και δημιουργία φθηνού εργατικού δυναμικού που θέτει σε κίνδυνο την εργασία και τις αποδοχές του. Επιπλέον, για να εμπεδωθεί στον κόσμο το συναίσθημα της ασφαλείας το οποίο τόσο πολύ έχει διαταραχθεί από την ισλαμιστική τρομοκρατία και την αύξηση των κρουσμάτων σεξουαλικών επιθέσεων εναντίον των Γερμανίδων, θα πρέπει να ληφθούν αυστηρά μέτρα ελέγχου των συνόρων και τιμωρίας όσων διαταράσσουν την έννομη τάξη. Η πολιτική αυτή αναμένεται να προκαλέσει εντάσεις με την Πολωνία και την Ουγγαρία αλλά και με τους κυβερνητικούς εταίρους.

Άλλη μία πρόκληση για την συγκυβέρνηση είναι η στάση που θα τηρήσει απέναντι στην Τουρκία. Ο Ερντογάν, εκμεταλλευόμενος τα τέσσερα περίπου εκατομμύρια των Τούρκων που κατοικούν στην Γερμανία όχι μόνο έχει προσβάλει παντοιοτρόπως την κυβέρνηση φραστικώς, αλλά παρενέβει και στην εκλογική διαδικασία. Αναμένεται συνεπώς η Γερμανία να τηρήσει αυστηρή στάση απέναντι στην Τουρκία και να μη δεχθεί την επανέναρξη των συνομιλιών για την είσοδό της στην ΕΕ, ούτε την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ενώσεως των δύο πλευρών. Τις ίδιες θέσεις υποστηρίζουν και οι Φιλελεύθεροι. Αυτή όμως η εξέλιξη είναι πιθανόν να οξύνει ακόμη περισσότερο τις σχέσεις των δύο χωρών οπότε, ενδέχεται να αρχίσει πάλι ο Ερντογάν την μαζική προώθηση λαθρομεταναστών στην Ελλάδα.

Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις των γερμανικών εκλογών στην χώρα μας, οφείλουμε να είμαστε πραγματιστές και να μην τρέφουμε αυταπάτες. Οποιοσδήποτε και αν είναι ο κυβερνητικός συνασπισμός, όποιος και αν αναλάβει το Υπουργείο Οικονομικών, η πίεση επί της χώρας μας δεν θα μεταβληθεί. Η Ελλάδα έχει, δυστυχώς, υποταγεί στην Γερμανία, τα κόμματα των ελληνικού πολιτικού κατεστημένου την παρέδωσαν αμαχητί και ο λαός υφίσταται τις απεχθείς και απαράδεκτες συνέπειες αυτής της προδοσίας. Άρα, αποτελεί ουτοπία να πιστεύουμε ότι η νέα γερμανική κυβέρνηση θα δεχθεί να ελαφρύνει το χρέος της χώρας μας. Ο πρόεδρος των Φιλελευθέρων, Λίντνερ, έχει ταχθεί αναφανδόν εναντίον κάθε παροχής προς την Ελλάδα και υπέρ της αποχωρήσεώς της από το ευρώ. Επιπλέον έχει εκφρασθεί υπέρ της παρουσίας του ΔΝΤ στην Ελλάδα ώστε να καθίσταται σαφής η βιωσιμότητα του χρέους. Οι Πράσινοι δεν έχουν λάβει σαφή θέση στο θέμα αυτό. Από την άλλη πλευρά η ‘’Εναλλακτική για την Γερμανία’’ επιδιώκει όχι μόνο την έξοδο της Ελλάδος από την Ευρωζώνη αλλά και την διάλυση της Ευρωζώνης. Κάποια μάλιστα από τα στελέχη της αναφέρονται στον διαχωρισμό της Ευρωζώνης σε Ευρωζώνη του Βορρά και του Νότου.

Δυσμενείς επιπτώσεις αναμένεται να υπάρξουν για την χώρα μας και από την διαμάχη με τον Ερντογάν. Εάν αυτός αποφασίσει να υλοποιήσει την απειλή του, το ήδη υπάρχον πρόβλημα με τους λαθρομετανάστες, θα διογκωθεί με απρόβλεπτες συνέπειες.
Ο πόλεμος επομένως κατά της Ελλάδος θα συνεχισθεί και από την νέα γερμανική κυβέρνηση, έως ότου επιτευχθεί ο αντικειμενικός σκοπός. Η εξαθλίωση δηλαδή του ελληνικού λαού και η αρπαγή των πλουτοπαραγωγικών μας πηγών. Για τον λόγο αυτόν οφείλουμε να συνεχίσουμε τον αγώνα ώστε να ανακτήσουμε τα όσα χάσαμε και να μην επιτρέψουμε την απώλεια και των υπολοίπων.

Γεώργιος Επιτήδειος
Αντιστράτηγος ε.α.
Ευρωβουλευτής Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή