Μακεδονία. Γιατί τόση φασαρία για ένα όνομα;

Η επάνοδος στην επικαιρότητα του θέματος της ονομασίας των Σκοπίων έφερε και πάλι στην επιφάνεια το ερώτημα κάποιων «ημετέρων» καλοθελητών αλλά και απληροφόρητων ξένων οι οποίοι απορούν γιατί οι Έλληνες επιμένουν με τόση αποφασιστικότητα στο να μην οναμασθούν τα Σκόπια «Μακεδονία». Όλοι αυτοί προφανώς αγνοούν πως στο Διεθνές Δίκαιο η πάσης φύσεως ονομασία καί, όχι μόνον αυτή ενός κράτους, έχει μεγάλη σπουδαιότητα και αποτελεί ιδιαίτερα ευαίσθητο και σημαντικό αντικείμενο, καθόσον δημιουργεί έννομα δικαιώματα. Για να γίνει αυτό αντιληπτό θα αναφερθούν ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Πολλές και πολλοί γνωρίζετε πως η Μ. Βρετανία δεν έχει γίνει αποδεκτή στην τότε ΕΟΚ και νυν ΕΕ με το όνομά της αλλά, ως Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό συνέβει διότι στο δυτικό άκρο της Γαλλίας, απέναντι από την Αγγλία, βρίσκεται η γαλλική επαρχία της Βρετάνης, στην οποία παραδοσιακά υπήρχαν διακριτές αυτονομιστικές τάσεις. Ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας Στρατηγός Ντε Γκωλ, παρασκηνιακά, είχε καταστήσει σαφές ότι δεν θα δεχόταν την ένταξη της Μ. Βρετανίας στην ΕΟΚ με το όνομα αυτό. Έτσι, αν και η Μ. Βρετανία έγινε μέλος της ΕΟΚ το 1973, μετά τον θάνατο του Ντε Γκωλ, εντάχθηκε ως Ηνωμένο Βασίλειο.

Περισσότερο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γερμανίας. Μετά την λήξη του Β. Παγκοσμίου Πολέμου, η χώρα διαιρέθηκε στη Δυτική Ζώνη Κατοχής (Αμερικανική, Βρετανική, Γαλλική) και στην Ανατολική Ζώνη Κατοχής (Σοβιετική). Το 1949 ιδρύθηκε, επί των εδαφών της Δυτικής Ζώνης Κατοχής το κράτος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΟΔΓ). Παρά το γεγονός ότι η Γερμανία ήταν ηττημένη καί κατεστραμμένη, δεν δίστασε να προστατεύσει τα εθνικά της συμφέροντα, στα πλαίσια του Διεθνούς Δικαίου. Η Γερμανική κυβέρνηση, η διπλωματία, ο Τύπος, τα ΜΜΕ και όλα τα επίσημα έγγραφα (χάρτες, σχολικά βιβλία, κυβερνητικά έγγραφα) στο εσωτερικό αλλά και στις σχέσεις τους με τα άλλα κράτη χρησιμοποιούσαν το όνομα «Bundes Republik Deutschland» («Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Γερμανία») πάντοτε ολογράφως, ως ουσιαστικό και στην ονομαστική, όχι συντετμημένο (BRD) ούτε στην γενική «Γερμανίας».

Αυτή την πολιτική την εφήρμοσαν επί 41 σχεδόν έτη, σταθερά και απαρέγκλιτα, για να δηλώσουν προς κάθε κατεύθυνση ότι η «Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Γερμανία» ήταν, εξ’ επόψεως Διεθνούς Δικαίου, η πραγματική Γερμανία, ο μοναδικός και νόμιμος διάδοχος του Γερμανικού κράτους (Ράιχ) το οποίο ιδρύθηκε από τον Βίσμαρκ το 1871 και συνθηκολόγησε το 1945. Αντιθέτως, σε ότι αφορά στο κράτος το οποίο συνεστήθη επί της Σοβιετικής Ζώνης Κατοχής (Ανατολική Γερμανία) και το οποίο αυτοαπεκλήθη «Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία» (ΓΛΔ) δεν το αναγνώρισαν με αυτό το όνομα. Στην αρχή και, επί δύο δεκαετίες το αποκαλούσαν «Σοβιετική Ζώνη Κατοχής» ή «Σοβιετικός Τομέας». Στην συνέχεια, από το 1960 μέχρι και της επανενώσεως (1990) το ονόμαζαν «Deutsche Demokratische Republik» (DDR) ή «Die Sogenannte DDR» («Η Ούτω καλουμένη DDR» κάτι ανάλογο δηλαδή με το ΠΓΔΜ). Αξίζει να σημειωθεί ότι την ονομασία αυτή ανέφεραν και έγραφαν πάντοτε συντετμημένη και εντός εισαγωγικών. Ουδέποτε ολογράφως ή με πλήρη προφορά της ονομασίας.

Ακολούθησαν αυτή την πρακτική για να κάνουν και πάλι σαφές ότι η «Ούτω καλουμένη DDR» ήταν και παραμένει εν δυνάμει και σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο (De jure) τμήμα του εδάφους της μίας και μόνης νόμιμης Γερμανίας την οποία εκπροσωπούσε η Δυτική Γερμανία, έστω και αν (η Ανατολική) προσωρινά τελούσε υπό διαφορετικό καθεστώς και βρισκόταν De facto εκτός των συνόρων και της δικαιοδοσίας της Βόννης. Επέβαλαν δηλαδή την άποψη ότι δεν υπάρχουν δύο Γερμανίες ισότιμες αλλά μία (η Ομοσπονδιακή) τμήμα της οποίας τελεί υπό κατοχή. Επιπλέον, ακόμη και όταν, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο τότε καγκελάριος Βίλλυ Μπράντ στα πλαίσια της εφαρμογής της γνωστής «Ανατολικής Πολιτικής» (Ost Politik) έκανε άνοιγμα προς τις Ανατολικές χώρες και, φυσικά, και στην Ανατολική Γερμανία και συνήψε De facto σχέσεις με αυτή, τα ζητήματα των δύο κρατών δεν τα χειριζόταν το Υπουργείο Εξωτερικών (ΥΠΕΞ) της Βόννης. Για να μην αποδυναμωθεί η παραπάνω πολιτική προς την Ανατολική Γερμανία και να μη την αναγνωρίσει διπλωματικά, η Βόννη δημιούργησε ένα νέο Υπουργείο το «Υπουργείο Ενδογερμανικών Υποθέσεων». Σ’ αυτό εγκαθίδρυσαν «Γραφεία Εκπροσώπων» και όχι Πρεσβείες. Οι επαφές λοιπόν επραγματοποιούντο σε επίπεδο Εκπροσώπων και όχι Πρέσβεων (διπλωματών δηλαδή). Μάλιστα, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης εξέδωσε ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία οι εγκαθιδρυθείσες De facto σχέσεις δεν συνιστούν De jure (σύμφωνη με το Δίκαιο) αναγνώριση της «Ούτω καλουμένης DDR». Η «Ομοσπονδιακή Δημοκρατία Γερμανία» παραμένει ο μόνος νόμιμος διάδοχος του Ράιχ.

Λόγω του ισχύοντος, τότε, Ψυχρού Πολέμου ουδεμία χώρα του Δυτικού κόσμου αναγνώρισε την Ανατολική Γερμανία. Την αναγνώρισαν μόνον οι χώρες του Ανατολικού Μπλοκ, κάποιες χώρες των Αδεσμεύτων και χώρες του Τρίτου κόσμου. Προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση η Γερμανία εφήρμοσε από το 1955 έως το 1973 το επονομαζόμενο «Δόγμα Χαλλστάιν» από το όνομα του Υφυπουργού Εξωτερικών της κυβερνήσεως του Αντενάουερ, Βάλτερ Χαλλστάιν. Σύμφωνα με αυτό η Ομοσπονδιακή Γερμανία δεν θα συνήπτε ούτε θα διατηρούσε διπλωματικές σχέσεις με οποιαδήποτε χώρα αναγνώριζε την «Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας». Ειδικότερα τις Ανεξάρτητες χώρες και τις χώρες του Τρίτου κόσμου, τις απειλούσε ότι θα διέκοπτε την αναγκαία γι’ αυτές γερμανική αναπτυξιακή βοήθεια (χρήματα δηλαδή). Με την σθεναρή στάση την οποία τηρούσε η Γερμανία στο θέμα της ονομασίας των δύο Τμημάτων της πέτυχε, όταν το 1990 έγινε η επανένωση, η υπογραφείσα σχετική Συνθήκη να μην ονομασθεί Συνθήκη Επανενώσεως αλλά Συνθήκη «Δύο συν Τεσσάρων» (Δύο τμημάτων της Γερμανίας και των τεσσάρων δυνάμεων κατοχής). Αυτό, σε ότι αφορά το Διεθνές Δίκαιο, έχει σημασία διότι σημαίνει ότι, δεν ενώθηκαν δύο κράτη αλλά, έγινε προσάρτηση/ενσωμάτωση της κατεχόμενης Γερμανίας στο νόμιμο κράτος της Γερμανίας. Αυτή η κίνηση έγινε, βεβαίως, με την συγκατάθεση των τεσσάρων δυνάμεων γιά να μην ονομασθεί «Συνθήκη Ειρήνης». Εάν ονομαζόταν έτσι, θα εδημιουργούντο άλλα σοβαρά ζητήματα Διεθνούς Δικαίου που έχουν σχέση με τα θέματα των γερμανικών αποζημιώσεων. Μία συνθήκη ειρήνης, θα έπρεπε να την υπογράψουν και όλες οι χώρες που ανήκαν στο στρατόπεδο των νικητών του Β’ΠΠ, οι οποίες φυσικά θα ήγειραν οικονομικές απαιτήσεις από την Γερμανία. Προκειμένου να αποφύγει αυτή την εξέλιξη, η Γερμανία έλεγε στις χώρες που ζητούσαν πολεμικές αποζημιώσεις ότι θα εξετάσει το υπόψη θέμα μετά την επανένωση των Γερμανιών. Εφόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δεν υπήρξε επανένωση καί, έχουν παρέλθει πολλά χρόνια, η Γερμανία δεν αναγνωρίζει ζήτημα αποζημιώσεων. Η αποθέωση συνεπώς της σημασίας ενός ονόματος για το Διεθνές Δίκαιο. Κατά τα άλλα οι Γερμανοί μας πιέζουν καί, όλοι οι πολιτικοί μας, πλην Χρυσής Αυγής, το ανέχονται, να δεχθούμε το όνομα «Μακεδονία» γιά τα Σκόπια.

Άλλη σημαντική επισήμανση είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Συνθήκη του Πότσδαμ (1945), καταργήθηκε το κράτος της Πρωσίας. Αυτό περιελάμβανε τα γερμανικά εδάφη ανατολικά του Βερολίνου μέχρι και το Κένιξμπεργκ (νυν Καλίνινγκραντ), τα περισσότερα από τα οποία περιήλθαν στην Πολωνία και την Ρωσία. Για τον παραπάνω λόγο καί, γιά να αποφευχθούν στο μέλλον εθνικές διαμάχες, απαγορεύθηκε εσαεί η χρήση από την Γερμανία του όρου «Πρωσία». Αυτή ακριβώς η πολιτική έπρεπε να ζητήσει η Ελλάδα να εφαρμοσθεί με τον όρο «Μακεδονία», όταν διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία. Ποιός όμως να το σκεφθεί καί, ακόμη περισσότερο ποιός να τολμήσει να το ζητήσει.
Από τα προαναφερθέντα αντιλαμβάνεσθε γιατί συνιστά προδοσία να εκχωρήσουμε στα Σκόπια το όνομα Μακεδονία. Θα τους νομιμοποιήσουμε να ισχυρίζονται πως είναι οι πραγματικοί απόγονοι του Μ. Αλεξάνδρου άρα καί οι νόμιμοι διάδοχοι του κράτους του οπότε, δικαίως διεκδικούν την ενσωμάτωση της Μακεδονίας μας στο κράτος τους. Επιπλέον θα διεκδικήσουν καί το δικαίωμα να απαγορεύουν στους κατοίκους της ελληνικής Μακεδονίας να ονομάζονται Μακεδόνες!

Τέλος, γιά όσους ισχυρίζονται ότι βρισκόμασθε σε δύσκολη θέση διότι πολλά κράτη έχουν αναγνωρίσει τα Σκόπια ως «Μακεδονία», η απάντηση είναι ότι στα κράτη αυτά θα εφαρμόσουμε το «Δόγμα Χαλλστάιν» προβάλλοντας βέτο σε οποιαδήποτε σχέση τους με το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Η Κύπρος επίσης πρέπει να εφαρμόσει την πολιτική της Γερμανίας για την DDR, απέναντι στα κατεχόμενα καί όχι να συζητά καί να συνεργάζεται με τις αρχές τους.

Για να γίνουν όμως αυτά απαιτείται να χειρίζεται τις τύχες της χώρας μας μια εθνική κυβέρνηση και όχι οι φοβικοί, ενδοτικοί καί δουλόφρονες που, κακή τη μοίρα, την κυβερνούν τα τελευταία 45 χρόνια.

Γεώργιος Επιτήδειος
Αντιστράτηγος ε.α
Ευρωβουλευτής Λαϊκού Συνδέσμου
Χρυσή Αυγή