Η Συμφωνία του Μινσκ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελλάδα

Δεν έχουν περάσει παρά μόνο λίγες ημέρες από τη συμφωνία του Μινσκ και την έναρξη ισχύος της καταπαύσεως του πυρός στην Ανατολική Ουκρανία και ήδη η εκεχειρία στην περιοχή εμφανίζει ενδείξεις ότι μπορεί να αποβεί αρκετά εύθραυστη.

Στο Μινσκ της Λευκορωσίας οι ηγέτες της Ρωσίας, Ουκρανίας, Γαλλίας και Γερμανίας, κατόπιν πολύωρων διαβουλεύσεων, κατέληξαν σε μία συμφωνία η οποία προβλέπει μεταξύ άλλων την εφαρμογή καταπαύσεως του πυρός στην Ανατολική Ουκρανία τα μεσάνυχτα του Σαββάτου προς Κυριακή (συγκεκριμένα 00:00 τα μεσάνυχτα της 15ης Φεβρουαρίου), την απόσυρση των συστημάτων βαρέως Πυροβολικού καθώς και τη δημιουργία μιας ουδέτερης αποστρατικοποιημένης ζώνης.

Διπλωματικοί και πολιτικοί κύκλοι αντιμετωπίζουν την εκεχειρία με συγκρατημένη αισιοδοξία εκφράζοντας παράλληλα αμφιβολίες για τη διάρκεια της έχοντας υπόψη την πρώτη συμφωνία του Μινσκ, που είχε υπογραφεί τον Σεπτέμβριο, και η οποία δεν τηρήθηκε οδηγώντας στην αναζωπύρωση των συγκρούσεων στην περιοχή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός πως η παρούσα συμφωνία περιέχει κάποιους ασαφείς όρους τους οποίους, όλοι οι συμβαλλόμενοι θα μπορούσαν να παραβιάσουν. Τέτοιοι όροι είναι η, σύμφωνα με τους Ρώσους, υποχρέωση του Κιέβου να άρει τον οικονομικό αποκλεισμό στις επαρχίες της Νοτιοανατολικής Ουκρανίας και να χορηγήσει αμνηστία. Επίσης να προβεί σε συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και να υιοθετήσει νόμο ο οποίος θα αναγνωρίζει το ειδικό καθεστώς της επαρχίας του Ντονμπάς στην οποία υπάρχει μεγάλη τάση για αυτονόμηση και ένωση με την Ρωσία. Άλλος ένας όρος της συμφωνίας που είναι αμφίβολο το κατά πόσον θα εφαρμοσθεί, είναι η απόσυρση από την Ουκρανία των ξένων δυνάμεων και των μισθοφόρων.

Κλίμα δυσπιστίας ωστόσο, επικρατεί και στους κατοίκους, ειδικά σε πόλεις όπως του Ντονέτσκ, σχετικά με τις καλές προθέσεις της απέναντι πλευράς, κάτι που ισχύει και από τη μεριά του Κιέβου, επισκιάζοντας το όποιο αίσθημα ικανοποιήσεως για την εκεχειρία. Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε, πως κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων στο Μινσκ αλλά και μέχρι τα τελευταία λεπτά πριν την έναρξη της εκεχειρίας, το Ντονέτσκ γινόταν θέατρο εχθροπραξιών. Τέτοια περιστατικά είναι λογικό, πέρα από την όποια θετική εξέλιξη κι αν σημειώνεται σε διπλωματικό ή πολιτικό επίπεδο, να δημιουργούν στους πολίτες ένα αίσθημα ανασφάλειας και μη εφησυχασμού για τις μελλοντικές εξελίξεις στην περιοχή τους.

Τα τελευταία γεγονότα ίσως έρχονται να επιβεβαιώσουν τις Κασσάνδρες για την εύθραυστη φύση της συμφωνίας του Μινσκ. Σύμφωνα λοιπόν με τις πιο πρόσφατες εξελίξεις, έχουν εμφανισθεί ορισμένες εστίες συγκρούσεων, με πιο σημαντικές εκείνες στο Ντεμπάλτσεβε η τύχη του οποίου δεν έχει ακόμη αποφασισθεί. Γενικά όμως, η εκεχειρία τηρείται στο μεγαλύτερο μέρος του μετώπου με τις μάχες να έχουν σταματήσει ή περιοριστεί σημαντικά σε αρκετές περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας. Επίσης, με τα έως τώρα δεδομένα, δεν έχει πραγματοποιηθεί η απόσυρση των βαρέων όπλων, όπως καθορίζεται στην συμφωνία του Μινσκ, γεγονός που κρατά τόσο τους εσωτερικούς όσο και τους διεθνείς παράγοντες σε μία εγρήγορση και σε μία στάση αναμονής για το τι θα επακολουθήσει.

Η κατάσταση στην Ανατολική Ουκρανία μπορεί να φαίνεται ρευστή και να δημιουργεί ένα αίσθημα ανησυχίας αλλά η ειρηνευτική συμφωνία έχει τις προοπτικές να επιτύχει. Η ειρήνευση άλλωστε στην περιοχή αποτελεί ένα μείζονος σημασίας ζήτημα προκειμένου να σταματήσει η αιματοχυσία. Επομένως, θα πρέπει να διατηρήσουμε τις ελπίδες ότι η εν λόγω συμφωνία είναι ακόμα ικανή παρά τις όποιες δυσκολίες να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα της ειρήνης. Για να συμβεί βεβαίως αυτό, απαιτείται πολιτική βούληση που, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, φαίνεται να υπάρχει.

Εκείνο όμως το οποίο προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι για μία ακόμη φορά η αυτοκαταστροφική πολιτική που επιδεικνύει η Ευρωπαϊκή Ένωση με την διάθεση για επιβολή νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας παρά τη συμφωνία γα εκεχειρία. Οι κινούντες τα νήματα της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ομολογούν απερίφραστα ότι η κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία και κυρίως οι όροι της συμφωνίας, εξυπηρετούν, σε μεγάλο βαθμό, τα συμφέροντα της Ρωσίας. Αυτό γίνεται εμφανές από τις τοποθετήσεις των σκληρών «αντιρώσων» Ευρωβουλευτών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για τον λόγο αυτόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιλέγει και πάλι να προσπαθήσει να επιφέρει ένα οικονομικό πλήγμα στη Ρωσία δυναμιτίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις σχέσεις της με την εν λόγω χώρα και δημιουργώντας ένα χάσμα τη στιγμή που η συνεργασία μεταξύ τους θα έπρεπε να ήταν πιο στενή προς εξεύρεση εποικοδομητικών λύσεων σε καίρια θέματα. Πέραν όμως αυτού, τέτοιου είδους ενέργειες γίνονται μπούμερανγκ για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς οι κυρώσεις που έχει επιβάλει στη Ρωσία στραγγαλίζουν οικονομικά τις ήδη βεβαρημένες οικονομίες των ευρωπαϊκών κρατών. Τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη έχουν αισθανθεί τις συνέπειες αυτών των αποφάσεων και την πίεση που προέρχεται εξαιτίας αυτών σε καίριους τομείς όπως το εμπόριο και η ενέργεια. Παραδείγματα των συνεπειών που επέφεραν οι κυρώσεις μπορούμε να εντοπίσουμε και στην ίδια μας τη χώρα καθώς οι εξαγωγές της Ελλάδος στην Ρωσία, (ένας μόνον εκ των κλάδων που πλήρωσε το βαρύ τίμημα αυτών), επλήγησαν καίρια με αποτέλεσμα την απώλεια σημαντικών εσόδων για την ελληνική οικονομία.

Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντί για νέες κυρώσεις θα όφειλε να εξετάζει την άρση των κυρώσεων απέναντι στη Ρωσία, ενέργεια που θα ωφελούσε τόσο την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική όσο και τα εσωτερικά ζητήματα των κρατών – μελών της.

Η Ελλάδα οφείλει σ’ αυτές τις δύσκολες συγκυρίες, λόγω φυσικά και της γεωπολιτικής της θέσεως, να διεκδικήσει ένα ενεργό ρόλο και να κινηθεί με αποφασιστικότητα προς την κατεύθυνση αυτή. Η Χρυσή Αυγή θα συνεχίσει αδιάκοπα μέσα από τα έδρανα της Ευρωβουλής να εργάζεται προς όφελος της Ελλάδας και του Ελληνικού λαού υπηρετώντας τα πραγματικά τους συμφέροντα, τα οποία απαιτούν να καταστεί η χώρα μας διαμορφωτής των ευρωπαϊκών αποφάσεων. Δεν δεχόμαστε να είμαστε ούτε απαθείς παρατηρητές των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ούτε απλοί εντολοδόχοι συμφερόντων άλλων χωρών που πολλές φορές αντιμάχονται τα δικά μας εθνικά συμφέροντα. Μαχόμαστε πάντοτε για ότι εξυπηρετεί τα δίκαια των Ελλήνων και των Ελληνίδων μεταφέροντας στο Ευρωκοινοβούλιο τον Ελληνικό παλμό, τη γεμάτη δύναμη κι εθνική υπερηφάνεια φωνή των Ελλήνων εθνικιστών. Μία φωνή η οποία ηχεί για να συνεγείρει όλους τους Έλληνες και να τους καλεί σε συσπείρωση στον αγώνα για την εθνική αξιοπρέπεια, την επιβίωση και την τελική νίκη.

Γεώργιος Επιτήδειος
Αντιστράτηγος ε.α
Ευρωβουλευτής Λαϊκού Συνδέσμου Χρυσή Αυγή